μεταβλητότητα

μεταβλητότητα
[-ης (-ητος)] η изменчивость, переменчивость, непостоянство

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "μεταβλητότητα" в других словарях:

  • μεταβλητότητα — Ο όρος χρησιμοποιείται στη στατιστική προκειμένου να χαρακτηρίσει τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλονται οι όροι μιας στατιστικής σειράς. Ως μ. μιας στατιστικής σειράς α1, α2..., αν χαρακτηρίζεται, συνήθως, ένας από τους εξής δύο μη αρνητικούς… …   Dictionary of Greek

  • ανθυπόσταση — η (Μ ἀνθυπόστασις) η μεταβλητότητα της ύλης …   Dictionary of Greek

  • αντίληψη — Η λειτουργία που επιτρέπει στον άνθρωπο και στα πιο εξελιγμένα ζώα να διαλέγουν και να τοποθετούν μέσα σε λογικά σύνολα τις πληροφορίες που δέχονται από τα αισθητήρια όργανα. Έτσι, αν και κατά κανόνα οι α. πηγάζουν από αισθητηριακές διαδικασίες,… …   Dictionary of Greek

  • ατομικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε άτομο και όχι στο σύνολο ή σε ομάδα («ατομικός λογαριασμός», «ατομική υπόθεση») 2. φρ. α) «ατομικά δικαιώματα» ή «ατομικές ελευθερίες» μορφές εγγύησης του Συντάγματος από πιθανές αυθαιρεσίες των φορέων της …   Dictionary of Greek

  • δαρβινισμός — ο η θεωρία τού Κ. Δαρβίνου για την εξέλιξη τών οργανισμών που τήν καθορίζουν η μεταβλητότητα, η κληρονομικότητα και η φυσική επιλογή …   Dictionary of Greek

  • διακύμανση — η 1. κυματοειδής κίνηση, μεταβλητότητα 2. αυξομείωση 3. διαμόρφωση 4. μεταβολή ενός φυσικού μεγέθους γύρω από τη μέση τιμή του. [ΕΤΥΜΟΛ. < διακυμαίνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1880 στον Ιω. Καμπούρογλου] …   Dictionary of Greek

  • εξελιξιαρχία — Φιλοσοφική θεωρία σύμφωνα με την οποία η μετάβαση από μία μορφή ζωής σε μία άλλη ερμηνεύει την υπόσταση τόσο της υλικής όσο και της κοινωνικής πραγματικότητας. Η άποψη για την εξελικτική υφή των όντων, που γνώρισε μεγάλη απήχηση κατά τον 19o αι …   Dictionary of Greek

  • επένδυση — Διαδικασία, κατά την οποία μέρος του εισοδήματος χρησιμοποιείται για την παραγωγική δραστηριότητα. Η ε. διαφέρει από την αποταμίευση γιατί ενώ αυτή βασίζεται στην απλή αποχή από την κατανάλωση ενός καθορισμένου αγαθού, η ε. συνεπάγεται και την… …   Dictionary of Greek

  • ζωοτεχνία — Εφαρμοσμένη βιολογική επιστήμη, η οποία μελετά, κυρίως για οικονομικούς σκοπούς, την τεχνική της αναπαραγωγής και τις μεθόδους βελτίωσης της απόδοσης, της παραγωγικότητας, της εκτροφής και της ορθολογικής χρήσης των κατοικίδιων ζώων. Ανάλογα με… …   Dictionary of Greek

  • μεταβολή — Στη στατιστική δηλώνει το μέγεθος που δείχνει τη μεταβλητότητα ενός χαρακτήρα ή φαινομένου. Υπολογίζεται μέσω μιας μαθηματικής σειράς ή στατιστικής ταξινόμησης σε σειρά ή, γενικότερα, μέσω μιας μεταβλητής ή κυμαινόμενης στατιστικής. Η μ., που… …   Dictionary of Greek

  • μεταπτωτικός — ή, ό (ΑΜ μεταπτωτικός, ή, όν) [μεταπτωτός] νεοελλ. ο σχετικός με τη μετάπτωση («μεταπτωτικά φαινόμενα») μσν. το ουδ. ως ουσ. τὸ μεταπτωτικόν η μεταβλητότητα, η αστάθεια αρχ. 1. αυτός που ρέπει προς τη μετάπτωση, ευμετάβλητος, άστατος, ασταθής 2.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»